Tuesday, 28 April 2020

Τόσα πολλά βιβλία...

Η ανάγνωση είναι απόλαυση, μας ταξιδεύει σε άλλους τόπους, φέρνει χαλάρωση ή/και διασκέδαση αλλά μπορεί να είναι και πηγή κούρασης, ανίας, εξάντλησης, οργής ή τέλος πάντων όχι απόλαυσης. Διάβαζα καταναγκαστικά για το σχολείο ή το πανεπιστήμιο κείμενα και βιβλία ολόκληρα που δεν μου άρεσαν αλλά έπρεπε, γιατί ήταν μέρος της εξεταστέας ύλης. Αργότερα σε επαγγελματικό επίπεδο και πάλι έπρεπε να διαβάσω κείμενα που μου προκαλούσαν ανία (ή να δω βαρετές ταινίες) και το έκανα γιατί πληρωνόμουν. Άρα με αυτή τη λογική θα έπρεπε στον ελεύθερο χρόνο μου να διαβάζω μόνο ό,τι απολαμβάνω και να παρατάω στη μέση τα υπόλοιπα αφού κανείς δεν με εξετάζει σε αυτά ή δεν με πληρώνει.

Υπάρχει όμως ένας έντονος ψυχαναγκασμός σε μένα αλλά και σε πολλούς φίλους και γνωστούς να τελειώνουμε το βιβλίο που αρχίσαμε. Διάφορες δικαιολογίες προκύπτουν προκειμένου να συνεχίσουμε την αυτοκαταπίεσή μας: «Έχω φτάσει στη μέση και δεν μπορώ να το παρατήσω», «Μπορεί να βελτιωθεί στην πορεία», «Μα είναι τόσο κακό που θέλω να δω πού το πάει», «Μου το έκανε δώρο η θεία μου και θα προσβληθεί αν δεν το τελειώσω», «Το έχει γράψει η θεία μου και θα προσβληθεί αν δεν το τελειώσω.» «Πώς θα μπει στη λίστα με τα διαβασμένα αν δεν το τελειώσω» κ.α.  

Φυσικά ένας λόγος για να διαβάζει κανείς ακόμα και αυτά που δεν τον ευχαριστούν είναι η δυνατότητα να παινευτεί μετά στους φίλους ή όπου τύχει να συζητούν για τον «Οδυσσέα» του Τζόυς και να μπορεί να πει την άποψή του. Ευτυχώς πρόσφατα απόλαυσα πολύ το «Αδελφοί Καραμάζοφ» και έτσι μπορώ να παινεύομαι για αυτούς χωρίς να έχω υποφέρει.

So Many Books: Reading and Publishing in an Age of Abundance: Zaid ...Ο Gabriel Zaid στο «So many books» μιλάει για την τεράστια παραγωγή βιβλίων, μιας και όπως λέει κάθε τριάντα δευτερόλεπτα εκδίδεται ένα καινούριο βιβλίο, και για τον περιορισμένο χρόνο που έχουμε και άρα είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσουμε πάνω από το 0,01 της παγκόσμιας παραγωγής. Το βιβλίο αυτό επιμελήθηκε το 2003 οπότε όλα αυτά τα νούμερα που αναφέρει έχουν προφανώς αλλάξει με την παραγωγή να έχει σίγουρα διπλασιαστεί.

Η ζωή είναι μικρή, τα βιβλία είναι πολλά άρα θα πρότεινα να μην διαβάσετε το «So many books»! Αν δεν ήθελα να γράψω σώνει και καλά αυτό το κείμενο (άλλη μία προσωπική καταπίεση) θα το είχα σίγουρα παρατήσει στη μέση κι ας είναι μόνο 144 σελίδες.

Εξηγεί γιατί εκδίδονται τόσα πολλά βιβλία, κυρίως επειδή το κόστος ενός βιβλίου είναι πολύ μικρότερο από αυτό μιας ταινίας ή μιας εφημερίδας και άρα είναι πιο εύκολο να πάρει κανείς το ρίσκο. Αναφέρει πως η ανθρωπότητα γράφει περισσότερο από όσο διαβάζει και κατηγορεί αυτούς που γράφουν κακογραμμένα βιβλία λέγοντας ότι δεν θα έπρεπε να εκδίδονται καν. Ο ίδιος έχει εκδώσει πάνω από 30 βιβλία και κανείς δεν τον έχει σταματήσει. Ευτυχώς από την άλλη λέει πως είναι πολύ καλό που υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία, διαφορετικότητα και πολυφωνία στο χώρο του βιβλίου και δεν εκδίδονται μόνο τα ευπώλητα αλλά η μεγάλη παραγωγή βιβλίων γίνεται εφαλτήριο για διάλογο, ζωντάνια και έμπνευση.  

Μιλάει πολύ για την τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί -e-books, audio books, αγορές μέσω διαδικτύου- αλλά που ουσιαστικά δεν έχει καταφέρει να πλήξει το χώρο του βιβλίου και των βιβλιοπωλείων αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά και μάλλον υπέρ του τυπωμένου βιβλίου. Ένα θέμα που έχουν θίξει πάρα πολλοί από το 2000 και μετά και μάλλον πιο επιτυχημένα από τον Zaid.

Πολλές σελίδες πάνω στο πώς πρέπει να λειτουργεί ένας εκδοτικός οίκος και πως πλέον το βιβλίο είναι πέρα από πολιτιστικό προϊόν και ένα εμπορικό προϊόν και αυτό δεν είναι κακό μιας κι είναι αναπόφευκτο. Δίνει συμβουλές για το πώς πρέπει να είναι στημένα τα βιβλιοπωλεία και εγώ τον διαβάζω και το μόνο που σκέφτομαι είναι πόσο δύσκολος και απαιτητικός πελάτης θα είναι.

Υπάρχουν ενδιαφέροντα σημεία και ιδέες στο βιβλίο όπως το κατά πόσο τα βιβλία μπορούν να επηρεάσουν την ιστορία και πάνω σ’ αυτό αναρωτιέται αν η επανάσταση στην Κούβα έγινε επειδή ο Κάστρο διάβαζε Μαρξ. Το βασικό πρόβλημα που κάνει το βιβλίο αυτό κουραστικό είναι η επανάληψη. Όλα όσα ανέφερα παραπάνω τα λέει και τα ξαναλέει χωρίς λόγο. Αφήνει μία αίσθηση απελπισίας σχετικά με το πόσα πολλά βιβλία υπάρχουν και πόσο λίγο χρόνο έχουμε αν και λέει ότι το μόνο που μετράει είναι όχι το πόσα βιβλία θα διαβάσουμε αλλά αν το διάβασμα μας κάνει σωματικά πιο ζωντανούς. Μετά το «So many books» ήμουν ένα ράκος.

Monday, 6 April 2020

«Πάντα φανταζόμουν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης» Χόρχε Λουίς Μπόρχες


Με τον Μπόρχες συμφωνεί και ο  Jacques Bonnet και γράφει αυτό το βιβλίο σχετικά με τις βιβλιοθήκες, την αγάπη της ανάγνωσης και διάφορα ανέκδοτα περί αυτών. 9 αρκετά ενδιαφέροντα κεφάλαια όπου μαθαίνουμε πολλές ιστορίες όπως το μύθο για τον Charles Valentin Arkan που καταπλακώθηκε από τη βιβλιοθήκη του και πέθανε. Φαντάζομαι τη μαμά μου κάθε πρωί να χαίρεται που δε με έβρισκε θαμμένη κάτω από τα μίκυ μάους, τα Αστερίξ και την Ελληνική Μυθολογία που επέμενα να κατοικούν στα ράφια πάνω από το κεφάλι μου κυρίως για εύκολη πρόσβαση.

Συλλέκτες που επικεντρώνονται σε συγγραφείς που το επίθετό τους αρχίζει από Β ή έχουν το ίδιο μικρό όνομα με τον συλλέκτη. Μανιακοί αναγνώστες που διαβάζουν και κρατούν ό,τι πέσει στα χέρια τους. Εμείς οι υπόλοιποι που αγοράζουμε ό,τι μας αρέσει, όποιο εξώφυλλο μας γυαλίσει, δεχόμαστε ό,τι μας χαρίζουν ή έχουμε την τύχη να δουλεύουμε σε βιβλιοπωλεία και να παίρνουμε κοψοχρονιά ό,τι είναι σε καλή κατάσταση.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Φυσικά εδώ προκύπτει το πρώτο θέμα του πώς θα τα χωρέσουμε όλα στο σπίτι μας. Η λύση είναι βιβλιοθήκες και ράφια που στο πέρασμά τους εκτοπίζουν πίνακες, μπιμπλό και άδειους τοίχους. Δεύτερο θέμα και πιο σοβαρό (ακόμα και για μας που δεν διαθέτουμε 40.000 τόμους) αυτό της ταξινόμησης. Το παν είναι να μπορείς να βρεις ένα βιβλίο όταν το χρειάζεσαι. Διάφοροι τρόποι και διάφορες σχολές με αγαπημένες αναφορές τη συντηρητική κυρία βικτωριανής κοινωνίας που δεν γειτνιάζει άνδρες και γυναίκες συγγραφείς παρεκτός αν είναι παντρεμένοι ή ο ήρωας του «Χάρτινου Σπιτιού» που δεν βάζει δίπλα δίπλα συγγραφείς που δεν τα πήγαιναν καλά στην πραγματική τους ζωή. Ο Jacques μιλά και για την ταξινόμηση των cds και dvds ενώ σήμερα εμείς οι hipsters ταξινομούμε κατά είδος και μετά αλφαβητικά τα βινύλιά μας. Ίδιο πράγμα.

Κι αφού ταξινομήσουμε τη δική μας βιβλιοθήκη με τον τρόπο που θεωρούμε τον καλύτερο υπάρχει ο κίνδυνος να γίνουμε πολύ επικριτικοί και παρεμβατικοί όποτε επισκεπτόμαστε άλλα σπίτια και θέλουμε να διορθώνουμε τα ανάποδα βιβλία στη βιβλιοθήκη ή να σχολιάζουμε τη λάθος (κατ’ εμάς) σειρά. Μεγάλη χαρά μου έδωσε πρόσφατα ο φίλος μου ο Αντρέας που μετακόμισε και μου ανέθεσε την οργάνωση των βιβλίων του. Έκτοτε, όποτε πάω σπίτι του κοιτάζω τις βιβλιοθήκες του "στα μάτια" μη μου έχει χαλάσει τη σειρά.

Ο Bonnet μιλά ακόμα για τα βιβλία που κάθονται χρόνια στα ράφια και τα θυμάσαι εντελώς τυχαία την ώρα του ξεσκονίσματος ή σε φάση καραντίνας που και ξεσκονίζεις πιο συχνά και χαζεύεις τη βιβλιοθήκη σχεδόν καθημερινά και επιτέλους τα εντοπίζεις. «Η αλήθεια είναι ότι ξεχνάμε το μεγαλύτερο μέρος όσων διαβάζουμε» έτσι όπως τα λέει παθαίνω κι εγώ. Μιλάς για ένα βιβλίο χρόνια μετά την ανάγνωσή του και το συστήνεις ανεπιφύλακτα στο  φίλο σου μόνο επειδή θυμάσαι ότι σου άρεσε και σου άφησε μια ωραία αίσθηση. Επίσης συμβαίνει αν ξαναδιαβάσεις ένα βιβλίο να σου δώσει τελείως καινούριες πληροφορίες που είχες παραμελήσει ή να σε απασχολήσουν άλλοι χαρακτήρες ή να σου φανεί τελικά πιο βαρετό από ό,τι θυμόσουν και να παίρνεις το φίλο σου να ζητήσεις συγγνώμη για τη σύσταση.

30 ΜΑΪΟΥ 2017: ΝΕΑΝΙΚΗ- ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | αntidotoΠώς και πού διαβάζουμε? Παντού και σε οποιαδήποτε στάση θα πει ο Bonner  και θα συμφωνήσω ότι υπάρχουν βιβλία που θυμάσαι πού ακριβώς τα διάβασες ή σε ποια ψυχολογική κατάσταση ήσουν. Από τα πρώτα βιβλία που θυμάμαι πολύ έντονα είναι «Η αόρατη σελίδα» της Άλκης Γουλίμη που διάβαζα στην καμπίνα του πλοίου εν πλω προς νησάκι για οικογενειακές διακοπές με τους γονείς και τον αδελφό μου και ήμουν απόλυτα χαρούμενη. Φυσικά δεν θυμάμαι τίποτα από την ιστορία του βιβλίου παρά μόνο πάρα πολύ έντονα το εξώφυλλο της σκληρόδετης έκδοσης.


Λίστες: εγώ καταγράφω τα βιβλία που έχω διαβάσει, ο Bonnet τα βιβλία που θέλει να διαβάσει, ο αδελφός μου τα βιβλία που έχει στην κατοχή του και ο Χένρυ Μίλλερ τους ανθρώπους που του έχουν χαρίσει βιβλία. Όλες εξαιρετικές!

Στο «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα» αναλύεται η ιδέα ότι στα βιβλία έχουμε αληθινά και φανταστικά πρόσωπα και στην ουσία τα πρώτα είναι οι ήρωες των βιβλίων και τα δεύτερα οι συγγραφείς τους. Ξέρουμε πολλά για τον Οδυσσέα, τον Αινεία ή τον Δον Κιχώτη αλλά ελάχιστα για τον Όμηρο, τον Βιργίλιο ή τον Θερβάντες. Όντως ξέρουμε πολλά και έχουμε και δικαίωμα να φανταστούμε άλλα τόσα, να ερμηνεύσουμε πράξεις τους, να τους αγαπήσουμε ή να τους μισήσουμε με βάση αυτά που έκαναν. Ενώ με τους συγγραφείς, πολλούς καλύπτει ένα πέπλο μυστηρίου και ακόμα και με σύγχρονούς μας σπάνια γνωρίζουμε πολλά για αυτούς. Πέρα από τις περιπτώσεις που κυνηγούν τη δημοσιότητα, εκφράζουν πολιτικές απόψεις και απογοητεύουν (ονόματα δε λέμε αλλά τη Σώτη και τον Πέτρο κάποτε, όταν παρέμεναν φανταστικοί, τους αγαπούσα πολύ).

Οι κίνδυνοι που απειλούν δημόσιες κι ιδιωτικές βιβλιοθήκες, ο Πεσσόα που δεν έγινε ποτέ βιβλιοθηκάριος, ο Faulkner που ήταν Faukner και τόσα άλλα ενδιαφέροντα γραμμένα από έναν άνθρωπο που είναι ερωτευμένος με την ανάγνωση, τα βιβλία και τη βιβλιοθήκη του. Σε κάποια σημεία γίνεται κουραστικός όπως όταν απαριθμεί όλα τα λεξικά που έχει στην κατοχή του ή αναφέρει άπειρα ονόματα και τίτλους, αλλά καταφέρνει να μεταδώσει την αίσθηση ευτυχίας που δίνουν τα βιβλία, να μας κάνει να ζηλέψουμε την πλούσια βιβλιοθήκη του αλλά και να τον θεωρήσουμε λίγο υπερβολικό όταν λέει πως «μακριά από τη βιβλιοθήκη μου νιώθω ανάπηρος».

Wednesday, 18 March 2020

Χαριτωμένα και όχι περιστατικά στα φιλανθρωπικά βιβλιοπωλεία της Aγγλίας

Μετά από εφτάχρονη εμπειρία στα φιλανθρωπικά βιβλιοπωλεία της αγγλίας αποφάσισα να καταγράψω τα περιστάτικα που έχουν μείνει στη μνήμη ως τα πιο αστεία, γλυκά, πικρά ή απλώς εξαιρετικά.

666
Ο κύριος που πιστεύει πως σε κάθε κωδικό στο οπισθόφυλλο των βιβλίων κρύβεται ο αριθμός 666 (και όχι το isbn όπως πιστεύαμε μέχρι τώρα). Και με γυμνό μάτι μπορεί κανείς να το δει αλλά ο ίδιος έχει μεγεθύνει πάρα πολλούς τέτοιους κωδικούς και τους έχει κολλημένους στον τοίχο στο σπίτι του και τους έχει μελετήσει. Δεν είναι τυχαίο φυσικά, τα βάζουν επίτηδες έτσι τα νούμερα γιατί κάποιος, κάτι ύποπτο συμβαίνει. Κι η κοπέλα στο ταμείο, με την οποία μοιράστηκε αυτήν την πληροφορία, ήρθε αμέσως να με ενημερώσει πως είναι κατενθουσιασμένη με την καινούρια της δουλειά. Κι αν ο κύριος έχει δίκιο;

Α-Ζ
Image result for amnesty bookshops
Υπάρχει ένας πελάτης που αγοράζει συνέχεια ταξιδιωτικούς οδηγούς. Δεν τον απασχολεί η χρονιά έκδοσης, δεν ξέρω τι τον απασχολεί, το κείμενο; Οι φωτογραφίες; Δεν ξέρω, γιατί δεν μιλάει ποτέ απλά τους αγοράζει. Πρόσφατα άρχισε να αγοράζει και βιβλία μαγειρικής. Και ζαχαροπλαστικής. Και πάλι δεν μπορώ να διακρίνω κάποιο κριτήριο στις αγορές του. Ξέρω όμως ότι είναι πάρα πολλά και με έχει φάει η περιέργεια τι τα κάνει όλα αυτά. Δεν έχει σταματήσει να αγοράζει τους οδηγούς φυσικά. Μάλιστα συνήθως έρχεται κάθε μέρα, διαλέγει τα βιβλία από τις δύο αυτές κατηγορίες, τα βάζει στην άκρη και τα πληρώνει κάθε Παρασκευή. Και πάντα 30 λίρες, όχι παραπάνω. Η περιέργεια μου έχει κορυφωθεί. Τι δουλειά κάνει, τι τα θελει τα βιβλία, πού τα βάζει. Είναι κάπως παχουλός και πάντα κρατάει μια σοκολάτα στο χέρι και μια κοκα κόλα. Εχτές τον έπιασα να κλέβει τον οδηγό για τη Βαρκελώνη και για το Βιετνάμ. Μπορεί να ήθελε να τελειώσει το Β.

Ο Σερ
Στο βιβλιοπωλείο στο μικρό χωριό που δουλεύω έρχεται σχεδόν κάθε μέρα και φορά ένα μακρύ παλτό χειμώνα καλοκαίρι μαύρο. Εγώ τον βρίσκω συμπαθέστατο, διασκεδαστικό και σπιρτόζο. Οι παλιότεροι με προειδοποίησαν να τον προσέχω και να μην του μιλάω και πολύ. Απόρεσα γιατί εγώ τον βρήκα πολύ πιο ενδιαφέροντα από αυτούς που με προειδοποίησαν. Μου μίλαγε για ιστορικά γεγονότα και παλιότερα μεγαλεία, μου είπε για τότε που τον έκαναν Sir και για την πανέμορφη πρώην γυναίκα του, για τα δύο πανέξυπνα παιδιά του και για το πώς ήταν το χωριο πριν πολλά χρόνια. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ήταν εκλεπτυσμένη και τα ανέκδοτα που έλεγε ήταν σόκιν μιας άλλης εποχής. Ανυπομονούσα να μπει στο μαγαζί. Μετά μου είπαν πως αυτοανακηρύχτηκε Sir μέσω του διαδικτύου και ότι η γυναίκα του τον παράτησε και είναι μέθυσος και φτωχός και εγώ τον αγάπησα ακόμα παραπάνω.

C2 H5 OH
Η μεθυσμένη εθελόντρια. Έπρεπε να το είχα φανταστεί μιας και ήρθε στο μαγαζί για να εκτίσει την ποινή της για μεθυσμένη οδήγηση. 500 ώρες κοινωνικής εργασίας δεν πρόλαβε να τις ολοκληρώσει. Ήταν παραμονές χριστουγέννων και ήρθε αργοπορημένη στη βάρδιά της κρατώντας 3 σειρές φωτεινά λαμπάκια που επέμενε να κρεμαστούν γύρω γύρω στο μαγαζί. Επέμενε, φώναζε, ούρλιαζε, έκλαιγε κι έφυγε τελικά χωρίς να τα κρεμάσει. Την ξαναείδαμε στο χριστουγεννιάτικό εορταστικό δείπνο στην πιτσαρία της γειτονιάς. Ήταν καλεσμένη φυσικά αλλά δεν περιμέναμε να έρθει ήδη μεθυσμένη και να σηκωθεί για πρόποση που κατέληξε σε φωνές και κλάμματα. Έφυγε μετά από λίγο ή τη διώξαμε, δεν θυμάμαι με σιγουριά, και εμφανίστηκε ο άντρας της ο οποίος άρχισε να με κατηγορεί γιατί την άφησα εγώ να πιει. Τι να πει κανείς!

Ποίηση
Είχε κάνει κάποτε τηλεοπτική καριέρα και όλοι τον γνώριζαν. Μα και τώρα, 40 χρόνια μετά, όλοι τον γνωρίζουν γιατί διοργανώνει τις ποιητικές βραδιές στο τοπικό βιβλιοπωλείο μας. Πραγματικός διασκεδαστής μαζί με την κόρη του -ηθοποιός κι αύτη με περίσσιο ταλέντο- ξεσηκώνουν το πλήθος κάθε πρώτη Πέμπτη του μήνα. Και ποιος δεν είναι εκεί! Ο ποιητής με το φουλάρι και την κακή άρθρωση, ο συνταξιούχος κηπουρός που θα 'θελε να θα 'θελε να 'ναι στιχουργός, ο hispanoblante νεαρός που όμως δυσκολεύεται να διαβάσει ποίηση στα ισπανικά, η ηλικιωμένη κυρία που έβαλε τα καλά της τα γυαλιστερά  και θρηνεί τη συγχωρεμένη τη μαμά της και τα συγχωρεμένα της τα νιάτα, η ηθοποιός που είχα δει στην Εμανουέλα στο Σόχο και είναι η αγαπημένη όλων χωρίς πόθο και φυσικά εγώ, η ελληνίδα που κρίνει και καταγράφει τα δρώμενα, έχω και βίντεο!

Θέμα βάρους
Όταν δούλευα στο κατάστημα της Διεθνούς Αμνηστίας στην κάπως πιο αναβαθμισμένη περιοχή Kentish Town, κοντά στο Camden, ο κόσμος είχε άλλου τύπου ανησυχίες. Έξαλλη μπήκε κάτοικος της γειτονιάς να ζητήσει από την Αμνηστία να δράσει άμεσα για το θέμα που είχε προκύψει μετά από προσεκτικούς υπολογισμούς της. Αναστατώθηκα για μια στιγμή και την άκουσα προσεκτικά: Η Μεγάλη Βρετανία είναι νησί και το βάρος των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν συν το βάρος των κτιρίων που έχουν κτιστεί είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα βουλιάξουν τη γηραιά Αλβιώνα. Δεν παίζεις με αυτά και έτσι αφού έβγαλα την ουρά μου απέξω μιας και δεν έχω αμάξι και μένω σε ένα πολύ ελαφρύ σπίτι, τη διαβεβαίωσα πως θα μεταφέρω τη μελέτη της στα headquarters και εκείνη έφυγε ξαλαφρωμένη. 

Αυτά τα λίγα για την ώρα, θα επανέρχομαι με περισσότερα τραγελαφικά εκείνου του μικρού μου κόσμου.

Sunday, 24 May 2015

Οι βιβλιοθήκες μου

Ο Σαλάμοφ λέει πως ποτέ δεν του άρεσε να διαβάζει στις βιβλιοθήκες. Προτιμούσε μόνος του στο σπίτι του να το κάνει ή αργότερα στο κελί του. Αστείο που ξεκινά με αυτή τη διαπίστωση ένα βιβλίο με τον τίτλο «Οι βιβλιοθήκες μου».
Χράτσα χρούτσα οι σελίδες του βιβλίου που γυρνάνε,
Η κυρία με τα ρούχα με παγιέτες που λαμποκοπάνε
Ο διπλανός ο αναγνώστης σούρνει στην καρέκλα του από λάθος
Ο νεαρός ο φοιτητής βήχει από το τσιγάρο που κατανάλωσε με πάθος
Εγώ ξύνω το μολύβι το hb κρατώντας σημείωσεις για τα τραμ
Ε μα που να συγκεντρωθεί ο δόλιος ο Βαρλάμ.

Η φυλακή Μπουτύρκα ήταν αυτή που του σύστησε τον Μαγιακόφσκι, τον Μπουλγκάκωφ και τον Κατάγιεφ, μα απ’ όλ’ αυτά που διάβαζε τίποτα δεν συγκρατούσε μοναχά επεβίωνε. Αργότερα στα κάτεργα έμεινε 5 χρόνια χωρίς ούτε μια εφημερίδα μέχρι την «Πτώση του Παρισίου».
Ανακρίσεις, ομολογίες, συγκρατούμενοι κι αφεντικά
Δεν σ’ αφήνουνε να μάθεις των βιβλίων τα μυστικά
Στα ορυχεία βρίσκεις και ξεκοκαλίζεις μια εφημερίδα
Μπας και μάθεις τα νέα της πατρίδας και βρεις ελπίδα.

Image result for varlam shalamov
Τα βιβλία πιο εύκολα από τις γυναίκες τα έβαλε και πάλι στη ζωή του καλύπτοντας το χάσμα ετών διαβάζοντας νυχθημερόν. Πότε άραγε έγινε κάπως σνομπ κι ελιτιστής?
Βοηθός γιατρού κατέληξε ο Σαλάμοφ με πρόσβαση στη γνώση
Κλειδί για τη βιβλιοθήκη κι ευκαιρία να επανορθώσει
Μα οι βιβλιοθηκάριοι γιατί είναι πάντα οι πιο χαζοί
Και μπαίνουνε μες του Σαλάμοφ τη ζωή?
Επειδή η κυρία που «πνιγόταν από πάχος»
Φύλαγε τα βιβλία ξεκάθαρα από λάθος


Τελικά μια βιβλιοθήκη στην περιοχή του Καλίνιν, έξω από τη Μόσχα, που ευτυχώς την λειτουργούσε ένας έξυπνος φυσικά αρσενικός, τον ανέστησε. Κι όλα αυτά λίγο μετά τον θάνατο του πατερούλη το 1953 που του επιτράπηκε να επιστρέψει στην ευρύτερη περιοχή της πρωτέυουσας. Καταλήγει το 55 σελίδων βιβλιαράκι για τις βιβλιοθήκες της ζωής του Σαλάμοφ, αφού περνάει κάποιες ακόμα ρατσιστικές απόψεις για τους αμόρφωτους, χοντρούς και απλοϊκούς ανθρώπους με την εξής, υπερβολική για μένα, πρόταση

"Τα βιβλία είναι ό,τι καλύτερο έχουμε στη ζωή, είναι η αθανασία μας." 

Tuesday, 4 November 2014

Βιβλιοχαρές, βιβλιοαναφορές, ο Joyce, ο Steinbeck και ο Παπασωτηρίου!

Η πρώτη «κανονική» δουλειά που είχα μόλις τελείωσα τις σπουδές μου ήταν στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου στην οδό Πανεπιστημίου. Τί χαρά ήταν αυτή! Ένα μεγάλο υπόγειο γεμάτο βιβλία τέχνης, σχολικά και παιδικά κι εγώ, μαζί με τη Δώρα και το Δαμιανό οι βασιλιάδες (και οι χαμάληδες). Έπρεπε να γνωρίζουμε πάνω κάτω που είναι το κάθε βιβλίο, να το τοποθετούμε, να το ταξινομούμε, να το ισιώνουμε, να το φτιάχνουμε σε πυργάκια, να το πουλάμε. Τώρα ίσως μου φαίνεται ακόμα πιο ρομαντική αυτή η εποχή αλλά και τότε η εμπειρία ήταν μοναδική. Το να δουλεύεις με τόσα βιβλία, όταν αγαπάς τα βιβλία είναι τύχη. Το να διαβάζεις τον μικρό πρίγκηπα και να δακρύζεις, την ώρα που πρέπει να εξυπηρετείς τον πελάτη ή να περνάς παραγγελίες είναι αξέχαστη εμπειρία και κάπως ενοχλητικό για τον πελάτη. Λίγο τα βιβλία, λίγο το ερωτικό σκίρτημα για τον συνάδελφο, περισσότερο η παρέα με τη Δώρα και το Δαμιανό, έχουν καταστήσει αυτήν την πρώτη σοβαρή εργασιακή εμπειρία την καλύτερη μέχρι τώρα.

Κάπως έτσι ξεκινά και το βιβλίο του Lewis Buzbee με την πρώτη του εμπειρία ως βιβλιοπώλης, τις πρώτες του φιλίες εκεί και τον πρώτο ενθουσιασμό για τον συγκλονιστικό αυτό κόσμο. Αναφερει τα αγαπημένα του βιβλιοπωλεία, σε μία κάπως βαρετή καταγραφή, και το βιβλίο που τον συγκλόνισε στην εφηβεία του. Τα σταφύλια της οργής. Εγώ ακόμα δεν έχω βρει ποιο είναι το δικό μου, αν υπάρχει κάποιο. Εδώ βέβαια ούτε εκείνη τη λίστα του facebook με τα δέκα αγαπημένα βιβλία δεν κατάφερα καλά καλά να φτιάξω στο κεφάλι μου κι έπρεπε να κλέψω ιδέες από άλλους. Γι’ αυτό και για άλλους πιο ρομαντικούς λόγους έχει σημασία για μένα να κρατάω τα βιβλία που έχω διαβάσει, εξάλλου είναι μεγάλη η χαρά της ιδιοκτησίας των αγαπημένων βιβλίων όπως λέει κι ο Buzbee.

Το «Τhe Yellow-Lighted Bookshop» είναι ένας συνδυασμός αυτοβιογραφικών αναφορών του συγγραφέα από τη ζωή του στα βιβλιοπωλεία, αλλά και πληροφορίες για την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, την πορεία του βιβλιοπωλείου από τους πάγκους στα πεζοδρόμια μέχρι τα ράφια των σουπερμάρκετ (βλ. Public!!), την πορεία του επαγγέλματος του βιβλιοπώλη και την εξέλιξη των εκδοτικών οίκων. Αυτό το κομμάτι με όλα τα ιστορικά στοιχεία που καλύπτει τα 5 από τα 11 κεφάλαια παρουσιάζει κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες όπως το ότι το 1969 δημιουργήθηκαν οι πρώτες αλυσίδες βιβλιοπωλείων ή το τι ακριβώς είναι το ISBN, αλλά κατά βάση είναι λίγο βαρετά γραμμένο, με πολλές περιττές λεπτομέρειες και χωρίς γρήγορο ρυθμό.

Ακολουθεί όμως το κατ εμέ πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου που αναφέρεται στην λογοκρισία και τις συγκρούσεις που μπορεί να προκαλέσει ένα βιβλίο. Τρανό παράδειγμά αυτό του Salman Rushdie «Οι Σατανικοί Στίχοι» που είχε προκαλέσει αντιδράσεις στον Ισλαμικό κόσμο μέχρι το σημείο να εκδωθεί διάταγμα θανατικής ποινής του συγγραφέα που ευτυχώς δεν εκτελέστηκε ποτέ. Ο συγγραφέας τονίζει κυρίως τη δύναμη που μπορεί να έχουν τα βιβλία και τη δύναμη της κοινότητας που τα αγκαλιάζει ή όχι.

Το δεύτερο πολύ ενδιαφέρον κομμάτι του ίδου κεφαλαίου αφορά την Sylvia Beach η οποία άνοιξε το 1919 το διάσημο πλέον και αρκετά τουριστικό αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co στο κέντρο του Παρισιού, το οποίο και επισκέφτηκα πρόσφατα καθαρά για ερευνητικούς λόγους! Το βιβλιοπωλείο έγινε η καρδιά της παρισινής λογοτεχνικής  σκηνής του τότε και η Beach η προστάτιδα των γραμμάτων και αυτή που βοήθησε τον Joyce να εκδόσει τελικά τον «Οδυσσέα» (θα καταφέρω να το διαβάσω άραγε ποτέ;).

Το βιβλίο τελειώνει με τις γνωστές αναφορές και ανησυχίες για τις νέες τεχνολογίες, το ηλεκτρονικό βιβλίο και το ηλεκτρονικό εμπόριο αλλά καταλήγει στο ότι το έντυπο βιβλίο ωφελείται από όλες αυτές τις εξελίξεις και βγαίνει πάντα νικητής! Δεν είμαι σίγουρη, αλλά αυτό είναι μεγάλη συζήτηση που θα γίνει σε άλλο κεφάλαιο αυτού του εξαιρετικού blog. Καταλήγωντας, το «The Yellow-lighted Bookshop» ήταν καλούτσικο. Χαριτωμένες οι προσωπικές ιστορίες και εμπειρίες του συγγραφέα και μας πείθει εντελώς για το πόσο αγαπάει τα βιβλία και τα βιβλιοπωλεία και εύκολα ταυτίζεται μαζί του όποιος έχει τα ίδια πάθη και είναι και λίγο ψωνισμένος για αυτό. Από την άλλη τα ιστορικά στοιχεία θεωρώ πως δεν είναι τόσο καλογραμμένα αλλά παρέχουν κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Του βάζω ένα τρία, αν και ποτέ δεν μαθαίνουμε ποιο είναι το yellow lighted bookshop